Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2014

To Διαζύγιο ……..στην Καππαδοκία – απόσπασμα από τα ιστορικά συγγράμματα του Κ.Νίγδελη.


-Ο θεσμός του ήταν κάτι το άγνωστο ή καλύτερα κάτι το σχεδόν άγνωστο στην Καππαδοκία και όχι μόνο, τουλάχιστον εκείνα τα χρόνια. Οι λόγοι ελάχιστοι μεν, καταλυτικοί δε.

-Έτσι «ους ο Θεός συνέζευξεν άνθρωπος μη χωριζέτω», δηλαδή και σε ελεύθερη μετάφραση ό,τι και να γίνει από τη στιγμή που πήρε μέρος η εκκλησία τίποτε δεν μπορεί να χωρίσει το ζευγάρι. Έστω και αν η γυναίκα υπέφερε τα πάνδεινα από τους οικείους του ανδρός της, αλλά και τον ίδιο ακόμα.
-Ξύλο, βρισιές, κατάρες, πείνα και πάλι ξύλο, προσβολές και…ό,τι μπορεί να φανταστεί ανθρώπου νους. Τα μαρτύρια του Ιώβ. Με μοναδική, ίσως, περίπτωση, αυτή της μοιχείας, από πλευράς της γυναίκας εννοείται…γιατί τα του άνδρα τα πάντα συγχωρούνται και επί πλέον δεν επιτρέπεται σε κανένα να του φορτώνουν το παραμικρό…

-Φυσικά στις απειροελάχιστες περιπτώσεις που κάποια «δυναμική» γυναίκα μπορούσε να εκμυστηρευτεί τον καημό της στους δικούς της, δηλαδή την απάνθρωπη συμπεριφορά του άνδρα, και αποτολμούσε ο πατέρας να μιλήσει, επενέβαινε- μεσολαβούσε η δημογεροντία, αλλά πάντοτε φυσικά υπέρ του άνδρα.

-Αλλά και η εκκλησία που μιλούσε «για το πρέπον της γυναίκας να υπομένει τα καλά και τα κακά του άνδρα».

-Βεβαίως σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις η λύση ήταν αναγκαία.

-Σ’ αυτές επενέβαινε δραστικότατα η εκκλησία με τα Μητροπολιτικά Δικαστήρια τα οποία αποφάσισαν για το ποσό της διατροφής, την τύχη της προίκας, των παιδιών κλπ. Με τις αποφάσεις τους να είναι υποχρεωτικές και εκτελεστές από όργανα της διοίκησης.

-Σε περίπτωση προσφυγής στο Ανώτερο Δικαστήριο του Πατριαρχείου υπήρχε σχετική αναστολή της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μέχρι της τελεσιδικίας …
Παρατήρηση
-Στη υπάρχουσα βιβλιογραφία δεν υπάρχουν καταγραφές για χορήγηση διαζυγίου ή περιπτώσεων- λόγων για τη λύση του γάμου, εκτός απειροελάχιστων περιπτώσεων.

Έτσι:

-«Κάποτε ένας Μιστιώτης που έλειπε χρόνια στην ξενιτιά γυρίζοντας στο χωριό βρήκε τη γυναίκα του ξαναπαντρεμένη. Πήρε λοιπόν κι αυτός άλλη γυναίκα χωρίς να ενοχλήσει την πρώτη. Και όλοι το βρήκαν σωστό».

-Ακόμα και στις περιπτώσεις της μοιχείας που, φυσικά και εννοείται, πάντοτε έφταιγε η γυναίκα για τούτη την κατάντια, γιατί του άνδρα τα πάντα πρέπει να συγχωρούνται και επί πλέον δεν επιτρέπεται σε κανένα να του φορτώσουν το παραμικρό. Έτσι απλά λοιπόν τα πάντα τού ήταν θεμιτά και σύμφωνα με τα ειωθότα, ενώ για την κυρά, αλίμονο, καμιά απολύτως παρασπονδία. Διότι ήξερε αυτή ή μάλλον ξέρανε όλοι τις συνέπειες και πως τούτες οι αποκλίνουσες συμπεριφορές δεν συγχωρούνταν με τίποτε.

-Διότι διαφορετικά η επαπειλούμενη ποινή ήταν στη χειρότερη των περιπτώσεων ο θάνατος και στην καλύτερη η δημόσια διαπόμπευση.

-Και ο μεν θάνατος ήταν μια κάποια λύση, που εναγωνίως προ της γενικής καταδίκης επιζητούσε η γυναίκα, η δε διαπόμπευση περιελάμβανε μια σειρά μέτρων που την καθιστούσαν κυρίως το αντικείμενο του περίγελου και του πανδήμου αφορισμού. Από το δέσιμό της γυμνής στο γάιδαρο και την περιφορά της στα σοκάκια του χωριού, το δημόσιο κούρεμά της, έως και το άφθονο ξύλο από όλους, με πρώτο πρώτο τον απατηθέντα σύζυγο.

-Χάρη παραδείγματος, λοιπόν, παραθέτουμε αυτούσιο ένα σπάνιο κείμενο που αναφέρεται σε περιστατικό μοιχείας, των συνεπειών που είχε μόνο, το τονίζουμε, μόνο η γυναίκα, σημειώνει τους δράστες, αλλά και τους λοιπούς πρωταγωνιστές του επεισοδίου.[7] Ενδεικτικό πάντως της αντίληψης μα και νοοτροπίας του ανδρικού πληθυσμού για τη γυναίκα, που είχε μόνο υποχρεώσεις και απειροελάχιστα δικαιώματα, η δε ηθική και οι περί αυτήν συνέπειες ήταν μόνο αποκλειστική της ευθύνη, του ανδρός απαλλασσόμενου παντελώς.

«Ο εκ του χωρίου Χατζηλέρ δημογέρων παρουσιασθείς ενώπιον του μητροπολίτου Αγαθαγγέλου κατήγγειλε προς αυτόν επί μοιχεία την σύζυγον του συγγενούς του.

-Το αμάρτημα εις το οποίο περιέπεσε η καταγγελθείσα, γνωσθέν εξήγειρε την κατ’ αυτής οργήν των χωρικών, και τούτο διότι πρώτην φοράν ελάμβανεν χώραν εν τω χωρίω των τοιούτον ανοσιούργημα. Ο προσβληθείς σύζυγος, όστις απουσίαζεν, όταν επέστρεψεν εις τα ίδια επληροφορήθη την προδοσίαν της τιμής του και της ανδρικής του αξιοπρεπείας, ηθέλησεν μεν όπως τιμωρήση την άπιστον δια χειροδικίας, αλλά πεισθείς ότι το συμφέρον του απήτει να ζητήση την απ’ αυτής διάζευξίν του δια της νομίμου οδού, εδέχθη τούτο και μετά δυο δημογερόντων μετέβη εις την Μητρόπολιν, δια να καταγγείλη τη σύζυγόν του και να ζητήση διαζύγιον.

-Ο Μητροπολίτης Αγαθάγγελος, δια να προλάβη ενδεχομένας συγκρούσεις και χειροδικίας μεταξύ των συγγενών, καλεί αμέσως τον κλητήρα της μητροπόλεως και τον διατάσσει όπως μεταβή εις το χωρίον και μεταφέρη εκείθεν μετά του εφημερίου την μοιχευθείσαν.

-Μετά τινάς ώρας αύτη ωδηγήθη ενώπιον του μητροπολίτου, όστις, αφού την επέπληξε και την κατέκρινε δια την κολάσιμον πράξιν της, διέταξε να εγκλείσουν εις την υπόγειο καρβουναποθήκη της Μητροπόλεως, η οποία εχρησιμοποιείτο και ως φυλακή. Δεν είχον παρέλθη είκοσι λεπτά οπότε οι εν τη Μητροπόλει ευρισκόμενοι ηκούσαμεν τοιαύτας σπαρακτικάς φωνάς και θρηνωδίας ώστε να καταληφθώμεν φόβω και τρόμω…. “ Ήμαρτον, δεν το ξανακάμω πια! Ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σας, βγάλτε με απ’ αυτήν την κόλασιν!”

-Προς τι και διατί αι σπαρακτικαί αύται φωναί και θρηνώδεις επικλήσεις;

Διότι η τσατσά Παρασκευούλα, η εκ Χαμηντιέ (Γκιαούρ-κιοϊ) ορμωμένη και από 50ετίας εν τη υπηρεσία της Μητροπόλεως διατελούσα, όταν η μοιχευθείσα ενεκλείσθη εις την καρβουναποθήκη, κατήλθεν εντός αυτής και βοηθουμένη υπό του βρακοφόρου γέροντος νεωκόρου Χατζή Βαγγέλη, του και Ζακχαίου επικαλουμένου, ότι “τη ηλικία μικρός ην” αφού πρώτον έβαλεν ένα γατάκι εις το βρακί της χωρικής κατά τοιούτον τρόπον ώστε να μη γίνη αντιληπτή κατόπιν ήρχισε με το ραβδί της να κτυπά την γάταν η οποία μη ευρίσκουσα διέξοδον, ενιαούριζεν και αυτή θρηνούσα.

-Μετά την ως άνω τιμωρία εις την οποίαν υπεβλήθη η μοιχαλίς προς παραδειγματισμόν μετεφέρθη, αφού ενύκτωσε εις το νοσοκομείον δια να “σπηταλιωθή”, περιωρισθή δηλαδή εκεί, έως ότου κατευνασθούν τα εν εξάψει διατελούντα πνεύματα των χωρικών.

Εκεί επέπρωτο να δοκιμάση η παραβιάσασα τους μεγάλους και ακαταλύτους νόμους του ηθικού βίου το φρικτότερον δια την τότε εποχήν μαρτύριον, την αποκοπήν δηλαδή των βοστρύχων της (πλεξίδων) οι οποίοι τω καιρώ εκείνω ήσαν δια την γυναίκα τιμή και δόξα, ως διαπιστούται τούτο και παρά του Αποστόλου Παύλου γράφοντος προς τους Κορινθίους : “ Γυνή δε εάν κομά, δόξαν αυτή έστιν”

-Την εποχήν εκείνην και την προ αυτής, το σπητάλιωμα, ήτοι ο περιορισμός των παρεκτρεπομένων γυναικών εις το νοσοκομείον ήτο σύνηθες, εξ ου και οι ακόλουθοι φράσεις:

“Θα σε σπηταλιώσω, μωρή, για να βάλης γνώσιν», «είσαι για σπητάλιωμα», «κάθισε φρόνημα για να μη σε σπηταλιώσω και βγης απ’ εκεί κουρεμένη», «την είδατε την κουρεμένη πως εγνώστεψε στα σπητάλια”.

-Όταν μια κόρη ηπειλείτο από τους γονείς της ότι θα «σπηταλιωθή», εάν εξηκολούθει να παρακούη εις τας συμβουλάς των, κατελαμβάνετο υπό φόβου και τρόμου, όχι τόσον διότι θα εσπηταλιώνετο, όσον διότι μετά το σπητάλιωμα θα επηκολούθει το κούρεμα της κεφαλής της. Ο φόβος δε αυτός ήτο μεγαλύτερος συντελεστής δια την σύμφωνον προς τας υποδείξεις και συμβουλάς των γονέων διαγωγήν των ζωηροτέρων, κοριτσιών περί των οποίων ελέγοντο υπό των σεμνοτύφων συν τοις άλλοις και τα εξής λιανοτράγουσα:

Αύτη είν’ για τα σπητάλια

ύστερ’ απ’ αυτά τα χάλια.

Πρέπει να τη σπηταλιώσουν,

Ίσως τότε και τη σώσουν…

-Υπό το όνομα “Σπητάλια” νοητέον όχι το τμήμα εκείνο του ιδρύματος όπου ενοσηλεύοντο οι ασθενείς και πάσχοντες, αλλά το συνεχόμενον αυτώ ιδιαίτερον τμήμα , όπου περιωρίζοντο αι προς τιμωρίαν και σωφρονισμόν εισαγόμεναι και το οποίον επείχε θέσιν σωφρονιστηρίου.

-Εξ όσων αναφέρομεν ανωτέρω περί του “κουρέματος” της γυναικείας κόμης αποδεικνύεται ότι το κομάν, ευτρεπίζειν και αναπτύσσειν τας γυναίκας και παρθένους τους πλοκάμους των τριχών της κεφαλής των ήτο η μεγαλυτέρα φροντίς και προσπάθειά των, όχι μόνο διότι προετιμώντο εις τινα μέρη αι μακράν και ηυτρεπισμένην κόμην έχουσαι ως σύζυγοι, αλλά διότι ελογίζετο αναθεματισμένη η γυνή αποκείρασα την κόμην της…».


Κ.Νίγδελης
Πηγή: Το Κοινό των Καππαδοκών


Δεν υπάρχουν σχόλια: